Έλληνες της κρίσης: Αρνητικά συναισθήματα και κατάθλιψη σε επίπεδα ρεκόρ

132

Αρνητικά συναισθήματα, βιώνει μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων πολιτών, η κατάθλιψη παρουσιάζει αύξηση 80,8%, με τις γυναίκες να υπερτερούν, το 11,3 % αδυνατεί να αγοράσει τα φάρμακα του και ποσοστό 13,6% δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να λάβει ιατρική φροντίδα ή θεραπεία.

Τα στοιχεία προκύπτουν από έρευνα για την υγεία του πληθυσμού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και αφορούν το 2014. Η έρευνα, που πραγματοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια και η πρώτη διενεργήθηκε το 2009, έγινε σε 8.223 νοικοκυριά, σε άτομα άνω των 15 ετών.

Τα προβλήματα στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας και η οικονομική κατάσταση των πολιτών, αποτυπώνονται στα αποτελέσματα της μελέτης. Συγκεκριμένα, ιατροφαρμακευτική φροντίδα καθυστέρησε ή δεν έλαβε καθόλου, το 12,9% του πληθυσµού λόγω µεγάλης λίστας αναµονής, το 6,0% λόγω µεγάλης απόστασης ή προβληµάτων στη µεταφορά, το 9,4% λόγω έλλειψης ειδικοτήτων γιατρών και επαγγελµατιών υγείας.

Την οικονομική δυνατότητα για να λάβει ιατρική φροντίδα ή θεραπεία, δεν είχε το 13,6% του πληθυσµού, οδοντιατρική φροντίδα το 15,2% , υπηρεσίες φροντίδας ψυχικής υγείας, το 4,2%, ενώ το 11,3% δεν είχε την οικονοµική δυνατότητα να αγοράσει φάρµακα που είχαν συσταθεί από γιατρό.

Κατάθλιψη

Ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι το 4,7% του πληθυσμού δηλώνει ότι έχει κατάθλιψη, ποσοστό που είναι αυξημένο κατά 80,8% σε σχέση με το ποσοστό του 2009 (2,6%). Κατάθλιψη φέρεται να εμφανίζουν τρεις στους δέκα άνδρες και σχεδόν επτά στις δέκα γυναίκες. Ακόμη, το 7,6% του πληθυσμού πάσχει από αγχώδεις διαταραχές, το 1,7% από άλλες ψυχικές διαταραχές. Επιπλέον, το 38,3% δήλωσε ότι βίωσε «αρνητικά» συναισθήµατα , ενώ για πρώτη φορά συµπεριλήφθηκε στην έρευνα ερώτηµα αναφορικά µε τον αυτοκτονικό ιδεασµό και τη συχνότητα εµφάνισής του. Σύµφωνα µε τις απαντήσεις «σκέψεις ότι θα ήταν καλύτερα να µη ζει ή να βλάψει τον εαυτό του» έκανε, το 3,3% του πληθυσµού .

Νοσήματα

Ένας στους δύο (49,7%) δηλώνει ότι έχει κάποιο χρόνιο πρόβληµα ή χρόνια πάθηση, αύξηση , 25,2%, σε σχέση µε το 2009, εκ των οποίων, έξι στους δέκα (61,8%) είναι ηλικίας 55 ετών και άνω. Ακόμη το 2,1% του πληθυσμού, δήλωσε ότι υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου, ποσοστό αυξημένο κατά 50,0% σε σχέση με το ποσοστό που κατεγράφη το 2009 (1,4%). Το 2,1% δήλωσε ότι υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή υφίσταται τις χρόνιες συνέπειες παλαιού εγκεφαλικού και 20,9%, δήλωσε ότι πάσχει από υπέρταση και υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίµα ανέφερε το 15,4% του πληθυσµού.

Από σακχαρώδη διαβήτη δήλωσε ότι πάσχει το 9,2% του πληθυσμού ηλικίας 15 ετών και άνω, ποσοστό αυξημένο κατά 16,5% σε σχέση με το 2009 (7,9%).

Νοσοκοµειακή περίθαλψη:

Το ποσοστό του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που έκανε εισαγωγή σε νοσοκοµείο µε διανυκτέρευση, ανήλθε σε 9,7%. Σε σχέση µε τα στοιχεία της έρευνας του 2009 σταθερότητα καταγράφεται στις εισαγωγές σε νοσοκοµείο µε διανυκτέρευση και αύξηση 28,2% στις ηµερήσιες νοσηλείες.

Αναφορικά µε την εξω-νοσοκοµειακή περίθαλψη, σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα της έρευνας, το ποσοστό του πληθυσµού που επισκέφθηκε ή συµβουλεύτηκε (µε κατ’ ιδίαν επίσκεψη, τηλεφωνικά ή ηλεκτρονικά): Οδοντίατρο ή ορθοδοντικό, ανήλθε σε 47,4%, ποσοστό που παρουσιάζει µείωση (9,2%) σε σχέση µε το 2009 (52,2%). Γιατρό γενικής ιατρικής ή παθολόγο, ανήλθε σε 58,8%, ποσοστό που παρουσιάζει σταθερότητα σε σχέση µε το 2009 (57,8%). Γιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό (συµπεριλαµβανοµένων των γναθοχειρουργών), ανήλθε σε 46,5%, ποσοστό που παρουσιάζει µικρή αύξηση (2,2%), σε σχέση µε το 2009 (45,5%). Φυσικοθεραπευτή ή κινησιοθεραπευτή επισκέφθηκε το 8,0% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω.

Φάρμακα

Μικρή μείωση (2,9%), παρατηρείται στην κατανάλωση φαρμάκων με συνταγή γιατρού. Ειδικότερα, ένας στους δύο (47,4%), κατανάλωσε φάρµακα, µε γραπτή συνταγή, το ποσοστό της 2009 ήταν 48,8%.

Αύξηση 11,8% καταγράφεται στο ποσοστό (27,5%), που κατανάλωσε φάρµακα, χωρίς συνταγή γιατρού, σε σχέση µε το 2009 (24,6%).

Τα µέλη των νεότερων οµάδων ηλικιών κατανάλωσαν περισσότερα φάρµακα χωρίς συνταγή γιατρού παρά µε συνταγή γιατρού. Το αντίθετο καταγράφηκε για τις µεγαλύτερες οµάδες ηλικιών. .

Δραστηριότητες

Συνολικά, το 29,7% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δηλώνει ότι έχει περιορίσει τις δραστηριότητές του λόγω προβληµάτων υγείας.

Αύξηση 15,7% και 39,6% καταγράφεται στο ποσοστό του πληθυσµού που αντιµετωπίζει περιορισµό των δραστηριοτήτων του, πάρα πολύ και όχι πάρα πολύ, αντίστοιχα. Ένας στους δύο ηλικίας 65-74 ετών και σχεδόν οκτώ στους δέκα ηλικίας 75 ετών και άνω δηλώνουν περιορισµό δραστηριοτήτων λόγω προβληµάτων υγείας.